Ο Άγιος Παΐσιος για την προσευχή

Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα και γένι  

 

Γέροντα, όταν προσεύχεται κάποιος για έναν πονεμένο άνθρωπο, ο νούς πάει στον Χριστό ή στον πόνο του ανθρώπου;
– Από τον Χριστό δεν ζητάει βοήθεια; Ξεκινάει από τον πόνο του
ανθρώπου, αλλά γυρίζει στον Χριστό.
– Όταν, Γέροντα, η καρδιά μου είναι σκληρή, θυμάμαι τις διάφορες δυσκολίες που έχω περάσει και ζητώ από τον Θεό να βοηθήση όσους περνούν παρόμοιες δυσκολίες.
– Καλό είναι αυτό. 
Να το κάνης, αφού έτσι καταλαβαίνεις περισσότερο τον άλλον και συμπάσχεις μαζί του. «Θεέ μου, να λές, όπως ευεργέτησες εμένα τόσο πολύ, βοήθησε και τον αδελφό μου, που είναι καλύτερος από μένα».
Γέροντα, γράφω τα ονόματα των ανθρώπων που ζητούν προσευχή κατά περιπτώσεις: υπέρ υγείας, υπέρ φωτισμού κ.λπ., αλλά τα ονόματα συνεχώς αυξάνονται.
Πόσον καιρό πρέπει να τα κρατώ και να προσεύχωμαι για τους ανθρώπους αυτούς;
– Να κάνης πρώτα προσευχή για τα νέα ονόματα και μετά να λές: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους δούλους σου και τον κόσμον σου άπαντα», για να μη φεύγη η αμαξοστοιχία με λίγους επιβάτες.

 

Η μεγάλη δύναμη του νού, ο οποίος τρέχει με ταχύτητα μεγαλύτερη του φωτός, πρέπει να αξιοποιηθή και να κατευθυνθή ολόκληρη προς τον Θεό, τον Δημιουργό του φωτός.
Εάν αυτή η δύναμη είναι σκορπισμένη, πώς είναι δυνατόν να έχη δύναμη ο νούς; Καί, εάν δεν έχη δύναμη ο νούς του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος μένει μόνο με το μυαλό· κάνει εργασία εγκεφαλική και από εικόνα Θεού καταντάει εγκέφαλος, μηχανή. Σε μερικούς πάλι συμβαίνει το εξής: Επειδή δεν αξιοποιούν την δύναμη αυτήν του νού εις τα άνω, τους την αξιοποιεί, ή μάλλον την εκμεταλλεύεται, ο εχθρός προς τα κάτω· στην αρχή στα γήινα και μετά πιο κάτω, στην αμαρτία, για να τους ρίξη στην κόλαση.
Όταν όμως κατορθώση ο νούς να ανέβη ψηλά, τότε και όλα τα πράγματα τα βλέπει από ψηλά με τα μάτια της ψυχής, με το θεϊκό μάτι, τον θείο φωτισμό.
Όλα αυτά δυστυχώς μόνον θεωρητικά τα καταλαβαίνω, και θα προσπαθήσω να αγωνισθώ προς αυτήν την κατεύθυνση, έστω και εάν με βρη ο θάνατος εν οδοιπορία.
Γέροντα, καμμιά φορά, όταν λέω την ευχή, για να μη φεύγη ο νούς μου, λέω:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, σε αγαπώ».
– Πώς γίνεται να αγαπάς τον Χριστό και να φεύγη ο νούς σου, όταν λές την ευχή; Αν το πής καμμιά φορά, δεν πειράζει. Αλλά, αν το λές συνέχεια, αυτό είναι ψέμα. Να μην έχουμε άλλα στην καρδιά μας, άλλα στον νού μας και άλλα να λένε τα χείλη μας. Τότε ισχύει το «Ο λαός ούτος τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ’ εμού»137.
– Γέροντα, γιατί λέω την ευχή χωρίς θέρμη;
– Επειδή σκορπίζεσαι στα έξω, η καρδιά σου είναι αλλού· λείπει το σκίρτημα, η αγάπη για τον Θεό, οπότε και η ευχή βγαίνει αποδυναμωμένη. Η αγάπη του Θεού συμμαζεύει τον νού στην καρδιά και μετά παλαβώνει ο άνθρωπος.

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»

137 Βλ. Ησ. 29, 13· Ματθ. 15, 8.

 

Ἁγιου Παϊσίου Ἁγιορείτου